Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρηνισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φυσιολογίαη κίνηση κατά την οποία το πάτημα του ποδιού γίνεται με την εσωτερική πλευρά του πέλματος προς τα κάτω και προς τα μέσα Βικιλεξικό
  2. ανατομίαη στροφή του πήχη ενός χεριού, με αποτέλεσμα η παλάμη να γυρίσει προς τα κάτω ή προς τα πίσω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρηνισμός < ελληνιστική κοινή πρηνισμός < πρηνίζω < αρχαία ελληνική πρηνής / πρανής (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pronation)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρηνισμόςπρηνισμοί
Γενικήπρηνισμούπρηνισμών
Αιτιατικήπρηνισμόπρηνισμούς
Κλητικήπρηνισμέπρηνισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →