πρηνισμός
•
- φυσιολογίαη κίνηση κατά την οποία το πάτημα του ποδιού γίνεται με την εσωτερική πλευρά του πέλματος προς τα κάτω και προς τα μέσα Βικιλεξικό
- ανατομίαη στροφή του πήχη ενός χεριού, με αποτέλεσμα η παλάμη να γυρίσει προς τα κάτω ή προς τα πίσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρηνισμός < ελληνιστική κοινή πρηνισμός < πρηνίζω < αρχαία ελληνική πρηνής / πρανής (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pronation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρηνισμός | πρηνισμοί |
| Γενική | πρηνισμού | πρηνισμών |
| Αιτιατική | πρηνισμό | πρηνισμούς |
| Κλητική | πρηνισμέ | πρηνισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →