πρηξαρχίδης
•
- άνθρωπος ενοχλητικά επίμονος Βικιλεξικό
- Για πες μου λοιπόν, για πες μου. Πιεστικός, επίμονος, πρηξαρχίδης. Καταπίνοντας την αγανάκτησή μου αποφάσισα να ξεμπερδέψω μαζί του (Ντίνος Οικονόμου, Το σπασμένο τακούνι, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2010, https://books.google.gr/books?id=Cn92BQAAQBAJ&lpg=PT31&dq=%CF%80%CF%81%CE%B7%CE%BE%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82&hl=el&pg=PT31#v=onepage&q=%CF%80%CF%81%CE%B7%CE%BE%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82&f=false)
Ετυμολογία
πρηξαρχίδης < πρήζω (πρηξ-) + αρχίδι + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρηξαρχίδης | πρηξαρχίδηδες |
| Γενική | πρηξαρχίδη | πρηξαρχίδηδων |
| Αιτιατική | πρηξαρχίδη | πρηξαρχίδηδες |
| Κλητική | πρηξαρχίδη | πρηξαρχίδηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →