Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πριάπειος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον Πρίαπο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάαισχρός, άσεμνος Βικιλεξικό
  3. μετρικήπου αφορά στο πριάπειο μέτρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πριάπειος < ελληνιστική κοινή Πριάπειος < αρχαία ελληνική Πρίαπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπριάπειοςπριάπειαπριάπειο
Γενικήπριάπειουπριάπειαςπριάπειου
Αιτιατικήπριάπειοπριάπειαπριάπειο
Κλητικήπριάπειεπριάπειαπριάπειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπριάπειοιπριάπειεςπριάπεια
Γενικήπριάπειωνπριάπειωνπριάπειων
Αιτιατικήπριάπειουςπριάπειεςπριάπεια
Κλητικήπριάπειοιπριάπειεςπριάπεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →