Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πριγκίπισσα

/pɾi(ŋ)ˈɟi.pi.sa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κόρη ενός βασιλιά Βικιλεξικό
    • 1876 Ανώνυμος, Ἀθηναΐς-Ἔτος Α΄, τεῦχος 10, Ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Βρασιλίας - ἔκτασις τῆς χώρας αὐτοῦ - πληθυσμὸς - ἐκπαίδευσις - ναυτικὴ δύναμις
    • 1894 ⌘ Τρύφων Ευαγγελίδης, Ἱστορία του Ὄθωνος Βασιλέως της Ἑλλάδος (1832-1862), Μέρος δεύτερον, Κεφάλαιον Α΄

Ετυμολογία

πριγκίπισσα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πριγκίπισσα < μεσαιωνική λατινική principissa. Συγχρονικά αναλύεται σε πρίγκιπας + κατάληξη θηλυκού -ισσα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπριγκίπισσααἱ / πριγκίπισσαι / πριγκίπισσες
Γενικήπριγκίπισσας / πριγκιπίσσης / τῆςπριγκιπισσών / πριγκιπισσῶν / τῶν
Αιτιατικήπριγκίπισσα / πριγκίπισσαν / τὴνπριγκίπισσες / πριγκιπίσσας / τὰς
Κλητικήπριγκίπισσαπριγκίπισσαι / πριγκίπισσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →