πριμ
•
- πρόσθετα χρήματα που δίνονται σε εργαζόμενο ως κίνητρο για την επίτευξη στόχου, αυξημένη παραγωγικότητα κ.λπ. Βικιλεξικό
- είδος πριμοδότησης ή επιδότησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πριμ < γαλλική prime < λατινική primus
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →