πριονιστής
•
- επάγγελμακάποιος που ασχολείται (επαγγελματικά) με το πριόνισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πριονιστής < πριονίζω + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πριονιστής | πριονιστές |
| Γενική | πριονιστή | πριονιστών |
| Αιτιατική | πριονιστή | πριονιστές |
| Κλητική | πριονιστή | πριονιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →