Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πριονιστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει κοπεί με πριόνι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πριονιστός < πριονίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπριονιστόςπριονιστήπριονιστό
Γενικήπριονιστούπριονιστήςπριονιστού
Αιτιατικήπριονιστόπριονιστήπριονιστό
Κλητικήπριονιστέπριονιστήπριονιστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπριονιστοίπριονιστέςπριονιστά
Γενικήπριονιστώνπριονιστώνπριονιστών
Αιτιατικήπριονιστούςπριονιστέςπριονιστά
Κλητικήπριονιστοίπριονιστέςπριονιστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →