Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρισματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με πρίσμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρισματικός < πρίσμα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρισματικόςπρισματικήπρισματικό
Γενικήπρισματικούπρισματικήςπρισματικού
Αιτιατικήπρισματικόπρισματικήπρισματικό
Κλητικήπρισματικέπρισματικήπρισματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρισματικοίπρισματικέςπρισματικά
Γενικήπρισματικώνπρισματικώνπρισματικών
Αιτιατικήπρισματικούςπρισματικέςπρισματικά
Κλητικήπρισματικοίπρισματικέςπρισματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →