πρισματικός
•
- ο σχετικός με πρίσμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρισματικός < πρίσμα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρισματικός | πρισματική | πρισματικό |
| Γενική | πρισματικού | πρισματικής | πρισματικού |
| Αιτιατική | πρισματικό | πρισματική | πρισματικό |
| Κλητική | πρισματικέ | πρισματική | πρισματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρισματικοί | πρισματικές | πρισματικά |
| Γενική | πρισματικών | πρισματικών | πρισματικών |
| Αιτιατική | πρισματικούς | πρισματικές | πρισματικά |
| Κλητική | πρισματικοί | πρισματικές | πρισματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →