Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πριτς

/ˈpɾit͡s/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. στην παιδική γλώσσαη πορδή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πριτς < (ηχομιμητική λέξη)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πριτς

/ˈpɾit͡s/επιφώνημα
•
  1. οικείο, όχι, σιγά, τι λες! μωρ' τι μας λες! Βικιλεξικό
    • —Θα μας χαρίσεις το ονοματάκι σου, δεσποινίς; —Πριτς! Πριτς που θα σου το πω!
    • σημείωση: συνήθως συνοδεύεται με ανασήκωμα του αγκώνα ή και χτύπημα του αγκώνα με το άλλο χέρι

Ετυμολογία

πριτς < (ηχομιμητική λέξη)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →