προάγομαι
•
- τοποθετούμαι σε ανώτερη επαγγελματική θέση με υψηλότερες αποδοχές· παίρνω προαγωγή Βικιλεξικό
- βελτιώνομαι Βικιλεξικό
- περνώ με επιτυχία σε επόμενη τάξη εκπαίδευσης (όπως στο σχολείο ή στο πανεπιστήμιο) Βικιλεξικό
- ἄνδρες ὠφελιμότατοι εἰς τήν πολιτείαν, ἢ μεταβάλλονται εἰς παπαγάλους καί βαθμοθήρας ἤ, βλέποντες, ὅτι χωρίς καμμίαν σημαντικὴν προσπάθειαν εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθοῦν εἰς τὴν ἄλλην τάξιν, περιπίπτουν εἰς τὴν ὀκνηρίαν καὶ τὴν ἀδιαφορίαν ἢ καθίστανται ἐπαναστάται καὶ ταραξίαι (Κυπριακά Χρονικά, τόμος 2, 1961, σελ. 229)
Ετυμολογία
προάγομαι < παθητική φωνή του ρήματος προάγω
Άλλοι τύποι
προάχθηκαπροήχθηνπροαγόμουνπροαχθώπροηγμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →