προέλκω
•
- παρωχημένοέλκω προς τα μπρος ή έξω Βικιλεξικό
- παρωχημένοπροσορμίζω πλεούμενο έλκοντάς το από τα σχοινιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προέλκω < ελληνιστική κοινή προέλκω < αρχαία ελληνική πρό + ἕλκω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →