προέρχομαι
•
- κυριολεκτικάέρχομαι από κάποιο μέρος ή τόπο, Βικιλεξικό
- μεταφορικάεκπορεύομαι, πηγάζω Βικιλεξικό
- κατάγομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προέρχομαι < αρχαία ελληνική προέρχομαι < πρό + ἔρχομαι (πηγαίνω μπροστά, φεύγω). Η νεότερη σημασία, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλικά: provenir
Άλλοι τύποι
προήλθαπροερχόμουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →