προαιώνιος
•
- που υπάρχει εδώ και πολλούς αιώνες, από πολύ καιρό πριν Βικιλεξικό
- Ωστόσο, όλοι ξέρουμε σήμερα ότι ο αφορισμός δεν στάθηκε ικανός να αποτρέψει την επαναστατική κίνηση. Έτσι ενεργοποιήθηκε μια νέα διχοτομία: χριστιανοί-αποστάτες, μουσουλμάνοι-αμυνόμενοι, η οποία συνέχιζε ανεστραμμένη την προαιώνια και δομική διχοτομία της οθωμανικής αυτοκρατορίας: χριστιανοί-υποτελείς, μουσουλμάνοι-κυρίαρχοι. (Β. Παναγιωτόπουλος, Αρχίστε την επανάσταση χωρίς εμένα , από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 28 Μαρτίου 2010)
Ετυμολογία
προαιώνιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προαιώνιος. Μορφολογικά αναλύεται σε προ- + αιώνιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προαιώνιος | προαιώνια | προαιώνιο |
| Γενική | προαιώνιου | προαιώνιας | προαιώνιου |
| Αιτιατική | προαιώνιο | προαιώνια | προαιώνιο |
| Κλητική | προαιώνιε | προαιώνια | προαιώνιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προαιώνιοι | προαιώνιες | προαιώνια |
| Γενική | προαιώνιων | προαιώνιων | προαιώνιων |
| Αιτιατική | προαιώνιους | προαιώνιες | προαιώνια |
| Κλητική | προαιώνιοι | προαιώνιες | προαιώνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →