προαποφαίνομαι
•
- αρχαιοπρεπέςαποφαίνομαι από πριν, εκ των προτέρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προαποφαίνομαι < ελληνιστική κοινή προαποφαίνομαι, παθητική φωνή του ρήματος προαποφαίνω < αρχαία ελληνική ἀποφαίνω < ἀπό + φαίνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →