προαπόδειξη
•
- νομικός όροςέγγραφο που έχει κατατεθεί σε δικαστήριο ως απόδειξη για την αλήθεια ισχυρισμού ή επιχειρήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προαπόδειξη < ελληνιστική κοινή προαπόδειξις < αρχαία ελληνική προαποδείκνυμι < πρό + ἀποδείκνυμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προαπόδειξη | προαποδείξεις |
| Γενική | προαπόδειξης | προαποδείξεων |
| Αιτιατική | προαπόδειξη | προαποδείξεις |
| Κλητική | προαπόδειξη | προαποδείξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →