προασπίζω
•
- υπερασπίζομαι, αγωνίζομαι για να προστατεύσω κάτι (υλικό ή πνευματικό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προασπίζω < ελληνιστική κοινή προασπίζω < αρχαία ελληνική πρό + ἀσπίς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προασπίζω | προασπίζεις | προασπίζει | προασπίζουμε | προασπίζετε | προασπίζουν / προασπίζουνε |
| Παρατατικός | προάσπιζα | προάσπιζες | προάσπιζε | προασπίζαμε | προασπίζατε | προάσπιζαν / προασπίζαν / προασπίζανε |
| Αόριστος | προάσπισα | προάσπισες | προάσπισε | προασπίσαμε | προασπίσατε | προάσπισαν / προασπίσαν / προασπίσανε |
| Μέλλοντας | θα προασπίζω / θα προασπίσω | θα προασπίζεις / θα προασπίσεις | θα προασπίζει / θα προασπίσει | θα προασπίζουμε / θα προασπίσουμε | θα προασπίζετε / θα προασπίσετε | θα προασπίζουν / θα προασπίζουνε / θα προασπίσουν / θα προασπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προασπίσει | έχεις προασπίσει | έχει προασπίσει | έχουμε προασπίσει | έχετε προασπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προασπίσει | είχες προασπίσει | είχε προασπίσει | είχαμε προασπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προασπίσει / να προασπίζω / να προασπίσω | να έχεις προασπίσει / να προασπίζεις / να προασπίσεις | να έχει προασπίσει / να προασπίζει / να προασπίσει | να έχουμε προασπίσει / να προασπίζουμε / να προασπίσουμε | να έχετε προασπίσει / να προασπίζετε / να προασπίσετε | να προασπίζουν / να προασπίζουνε / να προασπίσουν / να προασπίσουνε |
| Προστακτική | — | προάσπιζε / προάσπισε | — | — | προασπίζετε / προασπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →