Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προαστιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με προάστιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προαστιακός < προάστιο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροαστιακόςπροαστιακή / προαστιακηπροαστιακο / προαστιακό
Γενικήπροαστιακούπροαστιακήςπροαστιακού
Αιτιατικήπροαστιακόπροαστιακήπροαστιακό
Κλητικήπροαστιακέπροαστιακήπροαστιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροαστιακοίπροαστιακέςπροαστιακά
Γενικήπροαστιακώνπροαστιακώνπροαστιακών
Αιτιατικήπροαστιακούςπροαστιακέςπροαστιακά
Κλητικήπροαστιακοίπροαστιακέςπροαστιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →