προβέντζα
•
- ναυτικός όροςη μεταβολή του ανέμου από νότιο σε βόρειο με τρόπο αιφνίδιο, με ενίσχυσή του και συνοδεία αστραπών και βροντών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προβέντζα < ιταλική Provenza < οξιτανική Provença < λατινική provincia
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προβέντζα | προβέντζες |
| Γενική | προβέντζας | προβέντζων |
| Αιτιατική | προβέντζα | προβέντζες |
| Κλητική | προβέντζα | προβέντζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →