προβαίνω
•
- προχωρώ (σε μια ενέργεια) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προβαίνω < αρχαία ελληνική προβαίνω < προ- + βαίνω, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική proceed
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προβαίνω | προβαίνεις | προβαίνει | προβαίνουμε | προβαίνετε | προβαίνουν / προβαίνουνε |
| Παρατατικός | προέβαινα | προέβαινες | προέβαινε | προβαίναμε | προβαίνατε | προέβαιναν / προβαίναν / προβαίνανε |
| Αόριστος | προέβην | προέβης | προέβη | προβήκαμε | προβήκατε | προέβησαν |
| Μέλλοντας | θα προβαίνω / θα προβώ | θα προβαίνεις / θα προβείς | θα προβαίνει / θα προβεί | θα προβαίνουμε / θα προβούμε | θα προβαίνετε / θα προβείτε | θα προβαίνουν / θα προβαίνουνε / θα προβούν |
| Παρακείμενος | έχω προβεί | έχεις προβεί | έχει προβεί | έχουμε προβεί | έχετε προβεί | έχουν προβεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα προβεί | είχες προβεί | είχε προβεί | είχαμε προβεί | είχατε προβεί | είχαν προβεί |
| Υποτακτική | να έχω προβεί / να προβαίνω / να προβώ | να έχεις προβεί / να προβαίνεις / να προβείς | να έχει προβεί / να προβαίνει / να προβεί | να έχουμε προβεί / να προβαίνουμε / να προβούμε | να έχετε προβεί / να προβαίνετε / να προβείτε | να έχουν προβεί / να προβαίνουν / να προβαίνουνε / να προβούν |
| Προστακτική | — | πρόβαινε | — | — | προβαίνετε / προβείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →