προβατάκι
•
- μικρό πρόβατο Βικιλεξικό
- {για κύματα, στον πληθυντικό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προβατάκι < υποκοριστικό του πρόβατο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προβατάκι | προβατάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | προβατάκι | προβατάκια |
| Κλητική | προβατάκι | προβατάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →