προβατέμπορος
•
- επάγγελμαο έμπορος προβάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προβατέμπορος < προβάτ(ων) + -έμπορος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προβατέμπορος | προβατέμποροι |
| Γενική | προβατέμπορου / προβατεμπόρου | προβατέμπορων / προβατεμπόρων |
| Αιτιατική | προβατέμπορο | προβατέμπορους / προβατεμπόρους |
| Κλητική | προβατέμπορε | προβατέμποροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →