προβατοκομία
•
- η εκτροφή προβάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προβατοκομία (μαρτυρείται από το 1854)< πρόβατ(ο) + -ο- + -κομία, → δείτε τη λέξη προβατοκόμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προβατοκομία | προβατοκομίες |
| Γενική | προβατοκομίας | προβατοκομιών |
| Αιτιατική | προβατοκομία | προβατοκομίες |
| Κλητική | προβατοκομία | προβατοκομίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →