προβληματικός
•
- που έχει, που παρουσιάζει πολλά προβλήματα, πολλές δυσκολίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προβληματικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προβληματικός (σχετικός με πρόβλημα) (< πρόβλημα + -ικός). Για τις σύγχρονες σημασίες, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική problématique
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προβληματικός | προβληματική | προβληματικό |
| Γενική | προβληματικού | προβληματικής | προβληματικού |
| Αιτιατική | προβληματικό | προβληματική | προβληματικό |
| Κλητική | προβληματικέ | προβληματική | προβληματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προβληματικοί | προβληματικές | προβληματικά |
| Γενική | προβληματικών | προβληματικών | προβληματικών |
| Αιτιατική | προβληματικούς | προβληματικές | προβληματικά |
| Κλητική | προβληματικοί | προβληματικές | προβληματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →