προβολέας
•
- εξάρτημα ή συσκευή που παράγει έντονο φωτισμό σχετικά συγκεντρωμένο σε μία κατεύθυνση Βικιλεξικό
- κινηματογράφοςειδικό μηχάνημα που προβάλλει κινηματογραφικό φιλμ Βικιλεξικό
- ειδικό μηχάνημα που προβάλλει διαφάνειες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προβολέας < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προβολέας | προβολείς |
| Γενική | προβολέα / προβολέως | προβολέων |
| Αιτιατική | προβολέα | προβολείς |
| Κλητική | προβολέα | προβολείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →