Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προγαμιαίος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται πριν από τον γάμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προγαμιαίος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική προγαμιαῖος ή όψιμη ελληνιστική κοινή. Μορφολογικά αναλύεται σε προ- + γάμ(ος) + -ιαίος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρογαμιαίοςπρογαμιαίαπρογαμιαίο
Γενικήπρογαμιαίουπρογαμιαίαςπρογαμιαίου
Αιτιατικήπρογαμιαίοπρογαμιαίαπρογαμιαίο
Κλητικήπρογαμιαίεπρογαμιαίαπρογαμιαίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρογαμιαίοιπρογαμιαίεςπρογαμιαία
Γενικήπρογαμιαίωνπρογαμιαίωνπρογαμιαίων
Αιτιατικήπρογαμιαίουςπρογαμιαίεςπρογαμιαία
Κλητικήπρογαμιαίοιπρογαμιαίεςπρογαμιαία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →