προγευματίζω
•
- τρώω πρωινό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προγευματίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προγευματίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προγευματίζω | προγευματίζεις | προγευματίζει | προγευματίζουμε | προγευματίζετε | προγευματίζουν / προγευματίζουνε |
| Παρατατικός | προγευμάτιζα | προγευμάτιζες | προγευμάτιζε | προγευματίζαμε | προγευματίζατε | προγευμάτιζαν / προγευματίζαν / προγευματίζανε |
| Αόριστος | προγευμάτισα | προγευμάτισες | προγευμάτισε | προγευματίσαμε | προγευματίσατε | προγευμάτισαν / προγευματίσαν / προγευματίσανε |
| Μέλλοντας | θα προγευματίζω / θα προγευματίσω | θα προγευματίζεις / θα προγευματίσεις | θα προγευματίζει / θα προγευματίσει | θα προγευματίζουμε / θα προγευματίσουμε | θα προγευματίζετε / θα προγευματίσετε | θα προγευματίζουν / θα προγευματίζουνε / θα προγευματίσουν / θα προγευματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προγευματίσει | έχεις προγευματίσει | έχει προγευματίσει | έχουμε προγευματίσει | έχετε προγευματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προγευματίσει | είχες προγευματίσει | είχε προγευματίσει | είχαμε προγευματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προγευματίσει / να προγευματίζω / να προγευματίσω | να έχεις προγευματίσει / να προγευματίζεις / να προγευματίσεις | να έχει προγευματίσει / να προγευματίζει / να προγευματίσει | να έχουμε προγευματίσει / να προγευματίζουμε / να προγευματίσουμε | να έχετε προγευματίσει / να προγευματίζετε / να προγευματίσετε | να προγευματίζουν / να προγευματίζουνε / να προγευματίσουν / να προγευματίσουνε |
| Προστακτική | — | προγευμάτιζε / προγευμάτισε | — | — | προγευματίζετε / προγευματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →