Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προγνωστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την πρόγνωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπρογνωστικό (ή συνήθως στον πληθυντικό: προγνωστικά): η πρόβλεψη, η πρόγνωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προγνωστικός < αρχαία ελληνική προγνωστικός < προγιγνώσκω < γιγνώσκω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική pronostic )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρογνωστικόςπρογνωστικήπρογνωστικό
Γενικήπρογνωστικούπρογνωστικήςπρογνωστικού
Αιτιατικήπρογνωστικόπρογνωστικήπρογνωστικό
Κλητικήπρογνωστικέπρογνωστικήπρογνωστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρογνωστικοίπρογνωστικέςπρογνωστικά
Γενικήπρογνωστικώνπρογνωστικώνπρογνωστικών
Αιτιατικήπρογνωστικούςπρογνωστικέςπρογνωστικά
Κλητικήπρογνωστικοίπρογνωστικέςπρογνωστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →