προγονόπληκτος
•
- που καυχιέται σε βαθό υπερβολής για τους προγόνους του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προγονόπληκτος < πρόγον(ος) + -ό- + -πληκτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προγονόπληκτος | προγονόπληκτη | προγονόπληκτο |
| Γενική | προγονόπληκτου | προγονόπληκτης | προγονόπληκτου |
| Αιτιατική | προγονόπληκτο | προγονόπληκτη | προγονόπληκτο |
| Κλητική | προγονόπληκτε | προγονόπληκτη | προγονόπληκτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προγονόπληκτοι | προγονόπληκτες | προγονόπληκτα |
| Γενική | προγονόπληκτων | προγονόπληκτων | προγονόπληκτων |
| Αιτιατική | προγονόπληκτους | προγονόπληκτες | προγονόπληκτα |
| Κλητική | προγονόπληκτοι | προγονόπληκτες | προγονόπληκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →