Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προγούλι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το διπλοσάγονο Βικιλεξικό
    • Με πλατύ δασωμένο στήθος, πόδια βαριά, χέρια θραψερὰ καὶ προκοίλια και προγούλια, ἕνας ἄνθρωπος όλος κρέατα. (Ιωάννης Μιχαήλ Παναγιωτόπουλος, Αιχμάλωτοι: μυθιστορήματα, 1951, σελ. 38)

Ετυμολογία

προγούλι < προ- + γούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρογούλιπρογούλια
Γενικήπρογουλιούπρογουλιών
Αιτιατικήπρογούλιπρογούλια
Κλητικήπρογούλιπρογούλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →