Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προγράφω

ρήμα
•
  1. διώκω τους πολιτικούς αντιπάλους ή τους καταδικάζω χωρίς δίκη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προγράφω < αρχαία ελληνική προγράφω ((σημασιολογικό δάνειο) (λατινικά) proscribo)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπρογράφωπρογράφειςπρογράφειπρογράφουμεπρογράφετεπρογράφουν / προγράφουνε
Παρατατικόςπροέγραφαπροέγραφεςπροέγραφεπρογράφαμεπρογράφατεπροέγραφαν / προγράφαν / προγράφανε
Αόριστοςπροέγραψαπροέγραψεςπροέγραψεπρογράψαμεπρογράψατεπροέγραψαν / προγράψαν / προγράψανε
Μέλλονταςθα προγράφω / θα προγράψωθα προγράφεις / θα προγράψειςθα προγράφει / θα προγράψειθα προγράφουμε / θα προγράψουμεθα προγράφετε / θα προγράψετεθα προγράφουν / θα προγράφουνε / θα προγράψουν / θα προγράψουνε
Παρακείμενοςέχω προγράψειέχεις προγράψειέχει προγράψει———
Υπερσυντέλικοςείχα προγράψειείχες προγράψειείχε προγράψει———
Υποτακτικήνα έχω προγράψει / να προγράφω / να προγράψωνα έχεις προγράψει / να προγράφεις / να προγράψειςνα έχει προγράψει / να προγράφει / να προγράψεινα προγράφουμε / να προγράψουμενα προγράφετε / να προγράψετενα προγράφουν / να προγράφουνε / να προγράψουν / να προγράψουνε
Προστακτική—έχε προγραμμένο / πρόγραφε / πρόγραψε——προγράφετε / προγράψτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →