προγραμματίζω
•
- σχεδιάζω τις ενέργειες που πρόκειται να κάνω Βικιλεξικό
- για αυτόματες συσκευέςβάζω σε λειτουργία ένα πρόγραμμα Βικιλεξικό
- για αυτόματες συσκευέςβάζω σε λειτουργία ένα πρόγραμμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προγραμματίζω < (πρόγραμμα) προγραμματ- + -ίζω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική programmer ή την αγγλική program
Άλλοι τύποι
προγραμμάτισαπρογραμματίζομαιπρογραμματίστηκαπρογραμματισμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →