προγραμματιστικός
•
- αποτέλεσμα του προγραμματισμού Βικιλεξικό
- για προγραμματιστική εξομοίωση, πχ το ίδιο τεχνητό νευρικό δίκτυο ή το ίδιο πετάλι κιθάρας το οποίο εκτελείται μέσω προγράμματος και βασίζεται περισσότερο στην λειτουργία της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας παρά στο υλικό ηλεκτρονικό κύκλωμα (και πάλι υπάρχει ηλεκτρονικό κύκλωμα όμως ένας υπολογιστής μπορεί να εξομοιώσει πάμπολλα νευροδικτυώματα και πετάλια κιθάρας, αντιθέτως ένα φυσικά/υλικά στυπωμένο πάγιο (μη ευέλικτο) κύκλωμα που βασίζει τους υπολογισμούς του σε αμετακίνητες διασυνδέσεις και συγκεκριμένα συστατικά (αντιστάσεις, πηνία, πυκνωτές κτλ.), η κεντρική μονάδα επεξεργασίας είναι ευέλικτη διότι με λογικές πύλες ανοίγει και κλείνει πολύ περισσότερες διεργασίες συγκριτικά με ένα κοινό ηλεκτρονικό κύκλωμα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προγραμματιστικός | προγραμματιστική | προγραμματιστικό |
| Γενική | προγραμματιστικού | προγραμματιστικής | προγραμματιστικού |
| Αιτιατική | προγραμματιστικό | προγραμματιστική | προγραμματιστικό |
| Κλητική | προγραμματιστικέ | προγραμματιστική | προγραμματιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προγραμματιστικοί | προγραμματιστικές | προγραμματιστικά |
| Γενική | προγραμματιστικών | προγραμματιστικών | προγραμματιστικών |
| Αιτιατική | προγραμματιστικούς | προγραμματιστικές | προγραμματιστικά |
| Κλητική | προγραμματιστικοί | προγραμματιστικές | προγραμματιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →