Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προγόμφιος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ανατομίακαθένα από τα οχτώ δόντια που βρίσκονται ανά δύο ανάμεσα στους γομφίους και στους κυνόδοντες στην οδοντοστοιχία των ανθρώπων και των άλλων θηλαστικών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προγόμφιος < προ- + γομφίος < αρχαία ελληνική γομφίος < γόμφος < πρωτοελληνική *gómpʰos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵómbʰos (δόντι, πάσσαλος) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική prémollaire)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρογόμφιοςπρογόμφιοι
Γενικήπρογομφίου / προγόμφιουπρογομφίων / προγόμφιων
Αιτιατικήπρογόμφιοπρογομφίους / προγόμφιους
Κλητικήπρογόμφιεπρογόμφιοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →