προδίδω
•
- αθετώ μια αυτονόητη ή ρητή υπόσχεση και αποκαλύπτω μυστικό που βλάπτει άτομο ή σύνολο ατόμων και τα εκθέτω στους διώκτες ή στους εχθρούς τους Βικιλεξικό
- Πρόδωσε την πατρίδα του
- Αποκάλυψε στην αστυνομία που κρυβόταν ο Τάκης. Πρόδωσε τον καλύτερό του φίλο!
- Πρόδωσε την εμπιστοσύνη που του δείξαμε
- φέρομαι διπρόσωπα και απατώ τον ερωτικό μου σύντροφο Βικιλεξικό
- Με πρόδωσες με την καλύτερή μου φίλη!
- διαψεύδω τις προσδοκίες άλλων ή και τις δικές μου για τον εαυτό μου, άθελά μου Βικιλεξικό
- Θέλω να συνεχίσω να δουλεύω, αλλά πια με προδίδει η μνήμη μου και γενικά οι πνευματικές μου δυνάμεις. Πρέπει να βγω στη σύνταξη.
- διαψεύδω εσκεμμένα ελπίδες και προσδοκίες άλλων ή δικές μου Βικιλεξικό
- Εγινε ίδιος με αυτούς που κατηγορούσε. Πρόδωσε τις αρχές του
- μια ακούσια συμπεριφορά ή μια λεπτομέρεια που δεν πρόσεξα, αποκαλύπτει άθελά μου κάτι που δεν ήθελα να φανερώσω Βικιλεξικό
- Τον προδίδει το ένοχο βλέμμα του
- Την πρόδωσε το κινητό γιατί ο άντρας της βρήκε μηνύματα από τον εραστή της
Ετυμολογία
προδίδω < αρχαία ελληνική προδίδωμι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προδίδω | προδίδεις | προδίδει | προδίδουμε | προδίδετε | προδίδουν / προδίδουνε |
| Παρατατικός | πρόδιδα | πρόδιδες | πρόδιδε | προδίδαμε | προδίδατε | προδίδαν / προδίδανε / πρόδιδαν |
| Αόριστος | πρόδωσα | πρόδωσες | πρόδωσε | προδώσαμε | προδώσατε | προδώσαν / προδώσανε / πρόδωσαν |
| Μέλλοντας | θα προδίδω / θα προδώσω | θα προδίδεις / θα προδώσεις | θα προδίδει / θα προδώσει | θα προδίδουμε / θα προδώσουμε | θα προδίδετε / θα προδώσετε | θα προδίδουν / θα προδίδουνε / θα προδώσουν / θα προδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προδώσει | έχεις προδώσει | έχει προδώσει | έχουμε προδώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προδώσει | είχες προδώσει | είχε προδώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προδώσει / να προδίδω / να προδώσω | να έχεις προδώσει / να προδίδεις / να προδώσεις | να έχει προδώσει / να προδίδει / να προδώσει | να έχουμε προδώσει / να προδίδουμε / να προδώσουμε | να προδίδετε / να προδώσετε | να προδίδουν / να προδίδουνε / να προδώσουν / να προδώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε προδομένο / πρόδιδε / πρόδωσε | — | — | προδίδετε / προδώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προδίδομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →