προδιόρθωση
•
- φράση που λέγεται πριν από την εκφώνηση δυσάρεστων ή αναπάντεχων ειδήσεων, ώστε να μετριάσει τις αντιδράσεις και αποδοκιμασίες τού ακροατή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προδιόρθωση < ελληνιστική κοινή προδιόρθωσις < προδιορθόω < αρχαία ελληνική διορθόω < ὀρθόω < ὀρθός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προδιόρθωση | προδιορθώσεις |
| Γενική | προδιόρθωσης | προδιορθώσεων |
| Αιτιατική | προδιόρθωση | προδιορθώσεις |
| Κλητική | προδιόρθωση | προδιορθώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →