προεδρείο
•
- τα πρόσωπα που έχουν οριστεί ή εκλεγεί για τον συντονισμό ή τη διεύθυνση μιας συνεδρίασης, συνέλευσης κ.λπ. Βικιλεξικό
- το μέρος όπου κάθονται οι (1) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προεδρείο < πρόεδρος + -είο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προεδρείο | προεδρεία |
| Γενική | προεδρείου | προεδρείων |
| Αιτιατική | προεδρείο | προεδρεία |
| Κλητική | προεδρείο | προεδρεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →