προεδρεύω
•
- είμαι πρόεδρος και ασκώ τα σχετικά καθήκοντα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προεδρεύω < αρχαία ελληνική προεδρεύω < πρόεδρος < πρό + ἕδρα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προεδρεύω | προεδρεύεις | προεδρεύει | προεδρεύουμε | προεδρεύετε | προεδρεύουν / προεδρεύουνε |
| Παρατατικός | προέδρευα | προέδρευες | προέδρευε | προεδρεύαμε | προεδρεύατε | προέδρευαν / προεδρεύαν / προεδρεύανε |
| Αόριστος | προέδρευσα | προέδρευσες | προέδρευσε | προεδρεύσαμε | προεδρεύσατε | προέδρευσαν / προεδρεύσαν / προεδρεύσανε |
| Μέλλοντας | θα προεδρεύσω / θα προεδρεύω | θα προεδρεύεις / θα προεδρεύσεις | θα προεδρεύει / θα προεδρεύσει | θα προεδρεύουμε / θα προεδρεύσουμε | θα προεδρεύετε / θα προεδρεύσετε | θα προεδρεύουν / θα προεδρεύουνε / θα προεδρεύσουν / θα προεδρεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προεδρεύσει | έχεις προεδρεύσει | έχει προεδρεύσει | έχουμε προεδρεύσει | έχετε προεδρεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προεδρεύσει | είχες προεδρεύσει | είχε προεδρεύσει | είχαμε προεδρεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προεδρεύσει / να προεδρεύσω / να προεδρεύω | να έχεις προεδρεύσει / να προεδρεύεις / να προεδρεύσεις | να έχει προεδρεύσει / να προεδρεύει / να προεδρεύσει | να έχουμε προεδρεύσει / να προεδρεύουμε / να προεδρεύσουμε | να έχετε προεδρεύσει / να προεδρεύετε / να προεδρεύσετε | να προεδρεύουν / να προεδρεύουνε / να προεδρεύσουν / να προεδρεύσουνε |
| Προστακτική | — | προέδρευε / προέδρευσε | — | — | προεδρεύετε / προεδρεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →