προεκλογικός
•
- που αναφέρεται στην περίοδο πριν από μια εκλογή και στην προσπάθεια των υποψηφίων και των κομμάτων να κερδίσουν την ψήφο των ψηφοφόρων Βικιλεξικό
- Χωρίς πλαστικές σημαιούλες, ανεξέλεγκτες αφισοκολλήσεις, αεροπανό, σπρέι και άλλα διαφημιστικά «όπλα» θα διεξαχθεί η προεκλογική εκστρατεία των υποψηφίων για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, η οποία ξεκίνησε επίσημα στις 9 Αυγούστου, σύμφωνα με εγκύκλιο που εξέδωσε το υπουργείο Εσωτερικών η οποία καθορίζει τις χρήσεις των χώρων.
Ετυμολογία
προεκλογικός < προ- + εκλογικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προεκλογικός | προεκλογική | προεκλογικό |
| Γενική | προεκλογικού | προεκλογικής | προεκλογικού |
| Αιτιατική | προεκλογικό | προεκλογική | προεκλογικό |
| Κλητική | προεκλογικέ | προεκλογική | προεκλογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προεκλογικοί | προεκλογικές | προεκλογικά |
| Γενική | προεκλογικών | προεκλογικών | προεκλογικών |
| Αιτιατική | προεκλογικούς | προεκλογικές | προεκλογικά |
| Κλητική | προεκλογικοί | προεκλογικές | προεκλογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →