προεμβάζω
•
- οικονομίαστέλνω έμβασμα εκ των προτέρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προεμβάζω < προ- + εμβάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προεμβάζω | προεμβάζεις | προεμβάζει | προεμβάζουμε | προεμβάζετε | προεμβάζουν / προεμβάζουνε |
| Παρατατικός | προέμβαζα | προέμβαζες | προέμβαζε | προεμβάζαμε | προεμβάζατε | προέμβαζαν / προεμβάζαν / προεμβάζανε |
| Αόριστος | προέμβασα | προέμβασες | προέμβασε | προεμβάσαμε | προεμβάσατε | προέμβασαν / προεμβάσαν / προεμβάσανε |
| Μέλλοντας | θα προεμβάζω / θα προεμβάσω | θα προεμβάζεις / θα προεμβάσεις | θα προεμβάζει / θα προεμβάσει | θα προεμβάζουμε / θα προεμβάσουμε | θα προεμβάζετε / θα προεμβάσετε | θα προεμβάζουν / θα προεμβάζουνε / θα προεμβάσουν / θα προεμβάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προεμβάσει | έχεις προεμβάσει | έχει προεμβάσει | έχουμε προεμβάσει | έχετε προεμβάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προεμβάσει | είχες προεμβάσει | είχε προεμβάσει | είχαμε προεμβάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προεμβάσει / να προεμβάζω / να προεμβάσω | να έχεις προεμβάσει / να προεμβάζεις / να προεμβάσεις | να έχει προεμβάσει / να προεμβάζει / να προεμβάσει | να έχουμε προεμβάσει / να προεμβάζουμε / να προεμβάσουμε | να έχετε προεμβάσει / να προεμβάζετε / να προεμβάσετε | να προεμβάζουν / να προεμβάζουνε / να προεμβάσουν / να προεμβάσουνε |
| Προστακτική | — | προέμβαζε / προέμβασε | — | — | προεμβάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προεμβάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →