προενισχυτής
•
- κύκλωμα ή συσκευή που ενισχύει την τάση ενός σήματος και που τοποθετείται ανάμεσα στην πηγή του σήματος και τον ενισχυτή της ισχύος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προενισχυτής < προ- + ενισχυτής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προενισχυτής | προενισχυτές |
| Γενική | προενισχυτή | προενισχυτών |
| Αιτιατική | προενισχυτή | προενισχυτές |
| Κλητική | προενισχυτή | προενισχυτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →