προεξάρχων
•
- που προεξάρχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προεξάρχων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προεξάρχω ((ελληνιστική κοινή))
Άλλοι τύποι
προεξάρχονπροεξάρχονταπροεξάρχοντεςπροεξάρχοντοςπροεξάρχουσαπροεξάρχουσαςπροεξάρχουσεςπροεξάρχωνπροεξαρχουσώνπροεξαρχούσηςπροεξαρχόντων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →