προεξέχω
•
- εξέχω προς τα έξω, εκτείνομαι πέρα από μια υπαρκτή ή νοητή επιφάνεια ή γραμμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προεξέχω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική προεξέχoν (ουδέτερο μετοχής ρήματος προεξέχω) < προ- + αρχαία ελληνική ἐξέχω < ἐξ + ἔχω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προεξέχω | προεξέχεις | προεξέχει | προεξέχουμε | προεξέχετε | προεξέχουν / προεξέχουνε |
| Παρατατικός | προεξείχα | προεξείχες | προεξείχε | προεξείχαμε | προεξείχατε | προεξείχαν / προεξείχανε |
| Μέλλοντας | θα προεξέχω | θα προεξέχεις | θα προεξέχει | θα προεξέχουμε | θα προεξέχετε | θα προεξέχουν / θα προεξέχουνε |
| Υποτακτική | να προεξέχω | να προεξέχεις | να προεξέχει | να προεξέχουμε | να προεξέχετε | να προεξέχουν / να προεξέχουνε |
| Προστακτική | — | — | — | — | προεξέχετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →