Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προεξοφλητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέσει με την προεξόφληση, αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προεξοφλητικός < προεξοφλώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροεξοφλητικόςπροεξοφλητικήπροεξοφλητικό
Γενικήπροεξοφλητικούπροεξοφλητικήςπροεξοφλητικού
Αιτιατικήπροεξοφλητικόπροεξοφλητικήπροεξοφλητικό
Κλητικήπροεξοφλητικέπροεξοφλητικήπροεξοφλητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροεξοφλητικοίπροεξοφλητικέςπροεξοφλητικά
Γενικήπροεξοφλητικώνπροεξοφλητικώνπροεξοφλητικών
Αιτιατικήπροεξοφλητικούςπροεξοφλητικέςπροεξοφλητικά
Κλητικήπροεξοφλητικοίπροεξοφλητικέςπροεξοφλητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →