Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προεπαναστατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει λάβει χώρα πριν την αναφερόμενη επανάσταση (με το εκάστοτε κείμενο στο οποίο εντάσσεται η λέξη) Βικιλεξικό
    • Το μάθημα των Θρησκευτικών θεωρείται σημαντικό εάν λάβουμε υπόψη ότι η διδασκαλία για τα ορθόδοξα χριστιανικά δόγματα και την εξαποκαλύψεως αλήθεια είχε ισχύ ακόμη από την προεπαναστατική περίοδο, καθώς καταλάμβανε σημαντικό τμήμα στη στοιχειώδη εκπαίδευση των Ελλήνων, αλλά αποτέλεσε και δυναμογόνο παράγοντα στην αντίσταση κατά του τουρκικού ζυγού.

Ετυμολογία

προεπαναστατικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροεπαναστατικόςπροεπαναστατικήπροεπαναστατικό
Γενικήπροεπαναστατικούπροεπαναστατικήςπροεπαναστατικού
Αιτιατικήπροεπαναστατικόπροεπαναστατικήπροεπαναστατικό
Κλητικήπροεπαναστατικέπροεπαναστατικήπροεπαναστατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροεπαναστατικοίπροεπαναστατικέςπροεπαναστατικά
Γενικήπροεπαναστατικώνπροεπαναστατικώνπροεπαναστατικών
Αιτιατικήπροεπαναστατικούςπροεπαναστατικέςπροεπαναστατικά
Κλητικήπροεπαναστατικοίπροεπαναστατικέςπροεπαναστατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →