προεπιλεγμένος
•
- που έχει προεπιλεγεί Βικιλεξικό
- πληροφορικήπου αφορά παράμετρο σε λογισμικό (software) ή υλικό (hardware) που έχει τεθεί εκ των προτέρων από τον κατασκευαστή και μπορεί να μεταβληθεί από τον χρήστη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προεπιλεγμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προεπιλέγω
Άλλοι τύποι
προεπιλεγμέναπροεπιλεγμένεπροεπιλεγμένεςπροεπιλεγμένηπροεπιλεγμένηςπροεπιλεγμένοπροεπιλεγμένοιπροεπιλεγμένοςπροεπιλεγμένουπροεπιλεγμένουςπροεπιλεγμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →