προεστώς
•
- εκκλησιαστικός όροςπροϊστάμενος / αρχηγός σε μοναστήρι, μοναστηριακή κοινότητα κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προεστώς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προεστώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
προεστώς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προεστώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →