προεφηβικός
•
- που αναφέρεται στον προέφηβο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προεφηβικός < προ + έφηβος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προεφηβικός | προεφηβική | προεφηβικό |
| Γενική | προεφηβικού | προεφηβικής | προεφηβικού |
| Αιτιατική | προεφηβικό | προεφηβική | προεφηβικό |
| Κλητική | προεφηβικέ | προεφηβική | προεφηβικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προεφηβικοί | προεφηβικές | προεφηβικά |
| Γενική | προεφηβικών | προεφηβικών | προεφηβικών |
| Αιτιατική | προεφηβικούς | προεφηβικές | προεφηβικά |
| Κλητική | προεφηβικοί | προεφηβικές | προεφηβικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →