Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προηγούμαι

/pɾo.iˈɣu.me/ρήμα
•
  1. περπατώ μπροστά από άλλους Βικιλεξικό
  2. έχω προβάδισμα Βικιλεξικό
  3. συμβαίνω πριν από κάτι άλλο Βικιλεξικό
    • Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. (Σύνταγμα της Ελλάδας, άρθρο 17, παρ. 2)
    • Είχε προηγηθεί στην Αθήνα η υπογραφή δυο εξίσου σημαντικών για την πορεία των διμερών σχέσεων Συμφωνιών, η μια για την εποχική απασχόληση εργατικού δυναμικού από τη Βουλγαρία και η άλλη για την επανεισδοχή στη Βουλγαρία προσώπων που εισήλθαν και παραμένουν παρανόμως στην Ελλάδα. (Βαλκανικά σύμμεικτα, τόμος 8, 1996, σελ. 270, 1996)

Ετυμολογία

προηγούμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προηγοῦμαι. Συγχρονικά αναλύεται σε προ- + ηγούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →