προθέτω
•
- εκκλησιαστικός όροςθέτω μπροστά Βικιλεξικό
- Έτσι η Εκκλησία καθιέρωσε πλέον τη γιορτή και προθέτει τον τίμιο σταυρό, για να τον προσκυνήσουν οι πιστοί.
- καθαρεύουσαθέτω μπροστά σε κάποιον, παρουσιάζω Βικιλεξικό
- 1908 Μωραΐτης, Σπυρίδων (επιμελητής). Πλάτων, τόμος 2, Εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου, 1908.αποσπάσματα
Ετυμολογία
προθέτω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική προ(τίθημι) + θέτω. Μορφολογικά αναλύεται σε προ- + θέτω.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →