προθήκη
•
- έπιπλοειδικό έπιπλο με διάφανο (π.χ. γυάλινο) σκέπασμα ή πλευρές που χρησιμεύει στο να τοποθετούνται, να φυλάσσονται ή να εκτίθενται μέσα σ' αυτό πολύτιμα ή ευαίσθητα αντικείμενα Βικιλεξικό
- Ορισμένα εκθέματα του αρχαιολογικού μουσείου είναι τοποθετημένα μέσα σε αεροστεγείς προθήκες.
Ετυμολογία
προθήκη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προθήκη < προ- + -θήκη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προθήκη | προθήκες |
| Γενική | προθήκης | προθηκών |
| Αιτιατική | προθήκη | προθήκες |
| Κλητική | προθήκη | προθήκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →